Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

Το δημόσιο χρέος - to dhmosio xreos

Όταν μιλάμε για κρίση σήμερα στην Ελλάδα, είτε το θέλουμε, είτε όχι, είμαστε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε πρώτα απ’ όλα για το δημόσιο χρέος. Αν δεν απαντήσεις σήμερα στο πρόβλημα του δημόσιου χρέους, δεν μπορείς να απαντήσεις πειστικά σε τίποτε, ούτε στα εργασιακά, ούτε στα μισθολογικά, ούτε στα ασφαλιστικά, ούτε στο ξεπούλημα των πάντων. Κι αυτό γιατί όλα αυτά, αλλά κι αυτά που έρχονται, πηγάζουν από το πρόβλημα του δημόσιου χρέους. Η ίδια η κρίση έχει επικεντρωθεί στην κατάσταση του χρέους.

Το εγγενές πρόβλημα του δημόσιου χρέους

Υπάρχει πρόβλημα με το δημόσιο χρέος ή όλα όσα λέγονται αποτελούν πρόσχημα, μπλόφα ή φόβητρο; Σαφώς και υπάρχει. Η εξυπηρέτηση του δημόσιου δανεισμού έχει φτάσει να αποτελεί το 35% του ΑΕΠ το 2009. Πράγμα που ισοδυναμεί σχεδόν με το σύνολο των μισθών που πληρώνει κάθε χρόνο η ελληνική οικονομία. Ισοδυναμεί με το 140% των δημοσίων εσόδων και σχεδόν με το διπλάσιο των εισπράξεων της χώρας από τις εξαγωγές της. Με μεγάλη δυσκολία θα βρείτε άλλη χώρα στον κόσμο που να έχει φτάσει σ’ αυτό το έσχατο σημείο εξυπηρέτησης του δημόσιου δανεισμού της.



Η χώρα εδώ και χρόνια έχει οδηγηθεί σε μια κατάσταση όπου η επιβίωσή της εξαρτάται από το αν και κατά πόσο μπορεί να βρει δάνεια για να εξυπηρετήσει το χρέος της. Την τελευταία δεκαετία η χώρα δανείστηκε κοντά στα 490 δις ευρώ από τα οποία το 97% πήγε στην εξυπηρέτηση παλιότερων δανείων, ενώ μόνο το 3% πήγε στην κάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος. Με άλλα λόγια δανειζόμαστε για να ξεπληρώνουμε παλιότερα χρέη.
Τέλος η δυναμική του δημόσιου δανεισμού είναι τέτοια που είναι αδύνατον να αποπληρωθεί ότι κι αν γίνει. Είναι χαρακτηριστικό ότι την τελευταία δεκαετία η συνολική εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους στοίχισε γύρω στα 450 δις ευρώ, δηλαδή τα έσοδα 8 προϋπολογισμών του 2009. Παρόλα αυτά αντί το δημόσιο χρέος να αναχαιτιστεί, να μειωθεί ή τέλος πάντων να σταθεροποιηθεί, αυτό αυξήθηκε κατά 153 δις ευρώ.
Με βάση τις προβλέψεις του «μνημονίου» που ψήφισε η κυβέρνηση και με την προϋπόθεση ότι όλοι οι στόχοι που έχουν τεθεί από την «τρόικα» θα επιτευχθούν, το δημόσιο χρέος της χώρας όχι μόνο δεν θα συγκρατηθεί, αλλά θα αυξηθεί σημαντικά και θα φτάσει μετά το τέλος της τριετίας στο 167% του ΑΕΠ, από 125% που είναι σήμερα. Με άλλα λόγια ο λαός και η χώρα ρίχνεται στον καιάδα του ΔΝΤ και της ΕΕ με μόνο σίγουρο αποτέλεσμα την ακόμη μεγαλύτερη αύξηση του δημόσιου χρέους.
Τότε ποιος είναι ο στόχος αυτού του καθεστώτος κατοχής; Να τεθεί η χώρα σε μια ιδιότυπη «καραντίνα» για να μην επεκταθεί η αποκαλούμενη «μόλυνση» και στις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης. Το κύριο ενδιαφέρον της «τρόικας» δεν είναι η αποκατάσταση της οικονομίας της χώρας, αλλά η προστασία των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών και του ευρώ.
Γιατί; Διότι οι μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες κατέχουν πάνω από το 75% των ελληνικών ομολόγων και δεν θέλουν ν’ ακούσουν ούτε λέξη για τυχόν αδυναμία της Ελλάδας να συνεχίσει να πληρώνει τα χρέη της.

Επομένως, η ΕΕ και το ΔΝΤ ήρθε για να εξασφαλίσει ότι η Ελλάδα δεν θα σταματήσει να πληρώνει τα χρέη της, έστω κι αν πεινάσει ο λαός της, έστω κι αν η χώρα διαλυθεί και ξεπουληθεί στο σύνολό της.
Όσο οι διεθνείς αγορές ήταν ανοιχτές για την χρηματοδότηση του χρέους, όσο οι διεθνείς τράπεζες και οι επενδυτές επιδείκνυαν ασίγαστη όρεξη για αγορά ομολόγων κρατικού χρέους, η εκτίναξη του δημόσιου δανεισμού δεν απασχολούσε κανέναν.

Ούτε κυβερνήσεις, ούτε «ειδικούς», ούτε τραπεζίτες, οι οποίοι κέρδιζαν τεράστια ποσά από την κερδοσκοπία με τα ομόλογα. Όλοι είχαν υιοθετήσει το νεοφιλελεύθερο δόγμα που ήθελε την αγορά των δανείων να αυτορυθμίζεται χωρίς να οδηγεί σε κρίσεις και κραχ. Μόνο κάποιες περιοδικές «διαστολές» και «συστολές» αναγνώριζαν, που όμως δεν ήταν ικανές να αντιστρέψουν την ανιούσα των αγορών. Το χρέος ήταν απλά μια ακόμη αγορά, η οποία στο βαθμό που κρατιόταν ελεύθερη από παρεμβάσεις και ελέγχους δεν είχε κανένα λόγο να οδηγήσει σε συντριβή. Κι επομένως δεν υπήρχε κανένας λόγος να απασχολείται κανείς με το ύψος και τη δυναμική του χρέους, παρά μόνο με το κόστος δανεισμού.
Αυτό πίστευαν οι ιεροκύρηκες της σύγχρονης οικονομικής θεολογίας. Και ήταν τόσο πειστικοί που κατόρθωσαν να πείσουν και αρκετούς στην αριστερά. Γι’ αυτό και βλέπουμε σήμερα τέτοια αμηχανία στην αριστερά απέναντι στο χρέος. Πολλοί μάλιστα, ακόμη και στην ριζοσπαστική αριστερά, πίστεψαν – τουλάχιστον στην αρχή – ότι πρόβλημα δημόσιου χρέους δεν υπάρχει, μόνο πρόβλημα επιτοκίων και όρων δανεισμού. Κι επομένως το γεγονός ότι καταλήξαμε στα νύχια του ΔΝΤ, της ΕΕ και του καθεστώτος κατοχής δεν ήταν παρά μια μεγάλη συνωμοσία της κυβέρνησης και της άρχουσας τάξης.

Έχουμε χρεωκοπήσει εδώ και χρόνια

Ανεξάρτητα από τους σχεδιασμούς της ολιγαρχίας που σίγουρα υπήρξαν και υπάρχουν, το ελληνικό κράτος βρίσκεται υπό καθεστώς δημοσιονομικής χρεωκοπίας εδώ και χρόνια. Απλά συγκαλυπτόταν από το γεγονός ότι μπορούσε να βρει στις διεθνείς αγορές τα νέα δάνεια που χρειαζόταν για να εξυπηρετήσει τα παλιά.
Η κατάσταση αυτή έφτασε στα όριά της στις αρχές του 2009. Κι αυτό γιατί μαζί με την κορύφωση της παγκόσμιας κρίσης με το κραχ του φθινόπωρου του 2008 αποκαλύφθηκε η πλήρης αδυναμία του ελληνικού κράτους να αναχρηματοδοτήσει το χρέος του χωρίς να προσφύγει στη διεθνή αγορά ομολόγων.
Έτσι τον Ιανουάριο του 2009 η κυβέρνηση Καραμανλή αντιμετωπίζει έντονο πρόβλημα κάλυψης των νέων ομολόγων που εκδίδει για νέο δανεισμό. Οι διεθνείς αγορές μετά το κραχ δεν έδειχναν ενδιαφέρον για τα ελληνικά κρατικά ομόλογα.
Τότε ήταν που για πρώτη φορά η κυβέρνηση Καραμανλή πετά στα σκουπίδια το δόγμα της «ισχυρής Ελλάδας» που κληρονόμησε από τις κυβερνήσεις Σημίτη και άρχισε ξαφνικά να μιλά για «σοβαρή κρίση», για την «παγκόσμια κρίση που αρχίζει να πλήττει την Ελλάδα», κοκ.
Η αλήθεια, όμως, ήταν ότι η ελληνική οικονομία βρισκόταν ήδη στην τελευταία πράξη του δράματός της. Η κρίση που συντρίβει κυριολεκτικά την ελληνική οικονομία δεν ήρθε ξαφνικά από το εξωτερικό, δεν είναι εισαγόμενη, έστω κι αν έχει πια συνυφανθεί με την κρίση που πλήττει την παγκόσμια οικονομία του κεφαλαίου.
Η χώρα οδηγήθηκε συστηματικά στη χρεωκοπία όχι μέσα από κάποια σκοτεινή συνωμοσία, αλλά ως λογικό και αναπόφευκτο αποτέλεσμα ενός πολύ συγκεκριμένου τρόπου εξαρτημένης και παρασιτικής ανάπτυξης. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 επιβλήθηκε στη χώρα ένα καταστροφικό μοντέλο «εξωστρεφούς» ανάπτυξης, ανοιχτό στις πιο ασύδοτες και μονοπωλιακές δυνάμεις των διεθνών αγορών. Ανοχύρωτη η χώρα και κλειδωμένη στον αυτόματο πιλότο της ΕΕ, οικοδόμησε μια παρασιτική οικονομία υπηρεσιών που αποτέλεσε και αποτελεί παράδεισο κερδοφορίας για το μεγάλο κεφάλαιο.
Η Ελλάδα ενώ αποτελεί το 2,7% του ΑΕΠ της ευρωζώνης, διαθέτει το χαμηλότερο δείκτη επενδύσεων, μόλις στο 0,3% των συνολικών επενδύσεων στην ευρωζώνης. Αντίθετα τα ιδιωτικά κέρδη που παράγει η οικονομία της Ελλάδας υπερβαίνουν τα 5 % του συνόλου των ιδιωτικών κερδών που παράγει η ευρωζώνη ως σύνολο.
Για να στηριχθεί λοιπόν η κερδοφορία του μεγάλου κεφαλαίου και να διατηρήσει αυτά τα εξωφρενικά επίπεδα μέσα σε μια χειμαζόμενη οικονομία, στην οποία η αγοραστική δύναμη και η παραγωγική ικανότητα της οικονομίας συμπιέζονταν διαρκώς, χρειάστηκε η εκρηκτική επέκταση του δανεισμού. Και μάλιστα σ’ όλα τα επίπεδα.
Έτσι φτάσαμε σήμερα το μέσο νοικοκυριό να χρωστά το 70% του διαθέσιμου εισοδήματός του, οι τράπεζες να έχουν εξωτερικό χρέος που ξεπερνά το 52% του ΑΕΠ της χώρας και το δημόσιο χρέος να βρίσκεται στο 125% του ΑΕΠ της χώρας για το 2009.
Η έλευση του ευρώ μαζί με τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν και συνεχίζουν να εφαρμόζονται μετέτρεψαν τη χώρα σε παράδεισο χρηματοπιστωτικής αγυρτείας κυρίως από διεθνείς θεσμικούς επενδυτές και τράπεζες. Ενώ σε συνδυασμό με την απευθείας κρατική τόνωση της πιο απροκάλυπτης κερδοσκοπίας μέσα από την προώθηση επενδύσεων «κοινοτικής επιχορήγησης» και τις γνωστές εργολαβίες των «μεγάλων έργων», η οικονομία της χώρας έχει μεταβληθεί σε προνομιακή σφαίρα τοποθέτησης των πιο κερδοσκοπικών, των πιο παρασιτικών κεφαλαίων διεθνώς.
Ποιος ήταν ο κερδισμένος από την είσοδό μας στην ΟΝΕ; Μια μικρή οικονομική και πολιτική ολιγαρχία που είναι στενότατα συνδεδεμένη με διεθνείς κύκλους τραπεζικής και χρηματιστικής κερδοσκοπίας, η οποία με το ευρώ μπορούσε πια ελεύθερα να μεταφέρει στο εξωτερικό τον πλούτο που λεηλατούσε από τη χώρα και το λαό της.
Έτσι στα τέλη του 2009 το σύνολο των κεφαλαίων από κατοίκους της Ελλάδας που βρισκόταν σε κερδοσκοπικές τοποθετήσεις στο εξωτερικό (μετοχές, ομόλογα, παράγωγα, κλπ.) ανερχόταν πάνω από 250 δις ευρώ, όταν το συνολικό δημόσιο χρέος της χώρας για την ίδια χρονιά ανήλθε λίγο πάνω από 298 δις ευρώ. Κι όλα αυτά χωρίς να υπολογίζουμε τις καταθέσεις του εξωτερικού, ή τις λεγόμενες άμεσες επενδύσεις Ελλήνων στο εξωτερικό, ούτε φυσικά τον πλούτο που βρίσκεται κρυμμένος στις αρκετές χιλιάδες υπεράκτιες εταιρείες (offshore), κλπ., ελληνικών συμφερόντων.
Όλα αυτά οδήγησαν μεν σε μια πλασματική, εικονική άνοδο του ΑΕΠ, αλλά συνέτριψαν κυριολεκτικά την παραγωγική βάση της χώρας και την αγοραστική δύναμη των λαϊκών στρωμάτων. Πράγμα που οδήγησε την ελληνική οικονομία σε μια βαθιά κρίση που την έχει αγκαλιάσει ήδη από το 2001.
Όμως ο πιο κερδισμένος απ’ όλους ήταν φυσικά το διεθνές και κυρίως το ευρωπαϊκό χρηματιστικό κεφάλαιο, το οποίο χάρις στο ευρώ μπόρεσε να μετατρέψει το δημόσιο χρέος της χώρας από πρωτίστως εγχώριο και εκφρασμένο σε δραχμές, σε κυρίαρχα εξωτερικό και εκφρασμένο στο «ισχυρό ευρώ», δηλαδή στο νόμισμα των ευρωπαϊκών τραπεζών.
Η δυναμική του δημόσιου χρέους σήμερα είναι τέτοια που δεν μπορεί πια να αποπληρωθεί με κανέναν τρόπο. Αργά η γρήγορα οι ίδιοι οι δανειστές της χώρας με τα διεθνή τους όργανα, το ΔΝΤ, την ΕΚΤ και την ΕΕ, θα οδηγήσουν την χώρα στην επίσημη πτώχευση. Όχι όμως πριν την ξεζουμίσουν όσο δεν παίρνει άλλο, πριν κερδοσκοπήσουν σε βάρος της, πριν την πουλήσουν και την αγοράσουν αμέτρητες φορές.

Το σχέδιο υπαγωγής στο καθεστώς του μνημονίου

Η πολιτική της κυβέρνησης του κ. Παπανδρέου ξεκινά από τη βασική αξιωματική παραδοχή ότι οφείλουμε να συνεχίσουμε την αποπληρωμή των χρεών, που έτσι ή αλλιώς δεν μπορούν να πληρωθούν. Να συνεχίσουμε δηλαδή την ίδια πρακτική που μας έφερε σ’ αυτή την κατάντια. Με όλη την τακτική της οδήγησε την χώρα να είναι κυριολεκτικά έρμαιο των αγορών και των κερδοσκόπων.
Τι έκανε αναγκαίο το μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση; Σύμφωνα με την κυβέρνηση η αδυναμία της χώρας να προσφύγει στις αγορές για νέο δανεισμό. Δεν είναι αλήθεια. Η Ελλάδα οδηγήθηκε στην κατάσταση αυτή σκόπιμα, έτσι ώστε να εμφανιστεί ότι δεν είχε άλλη επιλογή. Σ’ αυτό συνέπραξαν οι αγορές – δηλαδή συγκεκριμένα επενδυτικά κεφάλαια και τράπεζες – η ΕΕ και η ΕΚΤ. Το σχέδιο αυτό ήταν εν γνώσει τόσο του κ. Καραμανλή, όσο και του κ. Παπανδρέου ήδη από πριν τις τελευταίες εκλογές. Με δεδομένη την πολιτική κατάρρευση της κυβέρνησης Καραμανλή, σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε η παράδοση των κλειδιών της χώρας στον κ. Παπανδρέου, ο οποίος υπήρξε εξαρχής κάτι παραπάνω από πρόθυμος να εκτελέσει το συγκεκριμένο σχέδιο.
Το σχέδιο αυτό των αγορών και της ΕΕ ήταν εξαρχής να μην επιτρέψουν στο ελληνικό κράτος με κανένα τρόπο να κυρήξει μονομερώς πτώχευση. Οι δανειστές κρατών, σ’ ολόκληρη την ιστορία των κρατικών χρεοκοπιών, ζουν με έναν βασικό εφιάλτη: την ασυλία που διαθέτει ένα κράτος λόγω της εθνικής του κυριαρχίας. Γι’ αυτό και τα κράτη είναι οι μόνοι οφειλέτες που μπορούν να αρνηθούν τις υποχρεώσεις τους, χωρίς ουσιαστικά οι δανειστές να είναι σε θέση να κάνουν τίποτε. Γι’ αυτό και από τον 19ο αιώνα αποτελεί μόνιμη προσπάθεια των διεθνών δανειστών, αφενός, να εξαναγκάσουν ένα κράτος υπό χρεωκοπία να απεμπολήσει οικιοθελώς την ασυλία του λόγω εθνικής κυριαρχίας και, αφετέρου, να μετατρέψουν τη διαφορά τους σε διακρατική υπόθεση, δηλαδή να πάψει να είναι μια σχέση ιδιώτη-κράτους και να γίνει σχέση διακανονισμού ανάμεσα σε κυρίαρχα κράτη.
Στην περίπτωση της Ελλάδας δεν υπήρχε τίποτε που να την εμπόδιζε τον Οκτώβριο του περασμένου χρόνου να επικαλεστεί την ασυλία της λόγω εθνικής κυριαρχίας και να καλέσει τους δανειστές της σε διαπραγματεύσεις για ρύθμιση του χρέους της. Μια τέτοια κίνηση μπορούσε να γίνει ακόμη και μέσα στα πλαίσια της συνθήκης της Λισαβόνας. Βέβαια στην πράξη θα την οδηγούσε σε ευθεία σύγκρουση με την ΕΕ και θα προκαλούσε σάλο στις διεθνείς αγορές, αλλά θα της έδινε τουλάχιστον τη δυνατότητα να διαπραγματευτεί με τους δανειστές της. Το σίγουρο είναι ότι μια τέτοια κίνηση δεν θα είχε χειρότερα αποτελέσματα από αυτά που βιώνει σήμερα η χώρα και ο λαός της. Με μια διαφορά. Στην περίπτωση της μονομερούς πτώχευσης της Ελλάδας, οι δανειστές – δηλαδή τα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια και οι τράπεζες – θα έχαναν πολλάύσεις για ρύθμιση του χρέους της. Μια τέτοια κίνηση μπορούσε να γίνει ακόμη και μέσα στα πλαίσια της συνθήκης της Λισαβόνας. Βέβαια στην πράξη θα την οδηγούσε σε ευθεία σύγκρουση με την ΕΕ και θα προκαλούσε σάλο στις διεθνείς αγορές, αλλά θα της έδινε τουλάχιστον τη δυνατότητα να διαπραγματευτεί με τους δανειστές της. Το σίγουρο είναι ότι μια τέτοια κίνηση δεν θα είχε χειρότερα αποτελέσματα από αυτά που βιώνει σήμερα η χώρα και ο λαός της. Με μια διαφορά. Στην περίπτωση της μονομερούς πτώχευσης της Ελλάδας, οι δανειστές – δηλαδή τα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια και οι τράπεζες – θα έχαναν πολλά και το ευρώ θα δεχόταν ανεπανόρθωτα πλήγματα. Ακόμη κι αν βάζανε το λαό και τη χώρα στο γύψο, όπως έχουν κάνει τώρα, η ζημιά θα είχε γίνει.
Έτσι επινόησαν και προώθησαν ένα σχέδιο «πτώχευσης-μη πτώχευσης» της χώρας, που αργότερα ονομάστηκε επίσημα «ελεγχόμενη», ή «συντεταγμένη πτώχευση». Τι προέβλεπε το σχέδιο αυτό; Πρώτα απ’ όλα να κυρηχθεί επίσημα η χώρα σε καθεστώς αφερεγγυότητας, δηλαδή σε καθεστώς αδυναμίας προσφυγής στις αγορές υπό καθεστώς διεθνούς επιτήρησης. Με τον τρόπο αυτό η Ελλάδα θα εξαναγκαζόταν να παραιτηθεί οικιοθελώς από την ασυλία που της παρέχει η εθνική της κυριαρχία. Πράγμα που έκανε με την αποδοχή της δανειακής σύμβασης. Κι όχι μόνο αυτό. Με αυτή την δανειακή σύμβαση, που η κυβέρνηση δεν τολμά ούτε καν να την φέρει για επικύρωση στο κοινοβούλιο, παραιτείται από κάθε δικαίωμα έναντι των δανειστών της. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση αθέτησης των όρων της σύμβασης, ολόκληρη η χώρα – δημόσια περιουσία, εθνικό έδαφος, ακόμη και η περιουσία των πολιτών της – τίθεται στη διάθεση των δανειστών. Αποδέχεται επίσης ως δίκαιο διακανονισμού των σχέσεών της με τους δανειστές, το αγγλικό και ως διαιτητικό δικαστήριο το Ευρωπαϊκό.
Επιπλέον μετατρέπει τη διαφορά της με τους ιδιώτες δανειστές της – επενδυτικά κεφάλαια και τράπεζες της ΕΕ – σε διακρατική υπόθεση και έτσι δίνει το δικαίωμα στα κράτη των δανειστών της να επέμβουν σε περίπτωση διαφοράς. Στην πράξη με την δανειακή σύμβαση η κυβέρνηση μετατρέπει μια διαφορά με ιδιώτες δανειστές της αγοράς, σε διακρατική υπόθεση. Δηλαδή αναγνωρίζει το δικαίωμα σε κράτη όπως η Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία, κοκ να επέμβουν στη χώρα μας για την προστασία των συμφερόντων των δικών τους δανειστών. Πράγμα που ισοδυναμεί με μονομερή αναγνώριση εκ μέρους της χώρας μας του δικαιώματος άσκησης «πολιτικής κανονιοφόρων» σε βάρος της.
Ανάλογη δανειακή σύμβαση με τέτοιον καθαρά αποικιοκρατικό χαρακτήρα, είναι πάρα πολύ δύσκολο να βρει κανείς σε ολόκληρη την ιστορία των κρατικών χρεωκοπιών από τις αρχές του 19ου αιώνα. Δεν συγκρίνεται ούτε καν με τη διεθνή συνθήκη που επέβαλε στην Ελλάδα τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο μετά τον στημένο ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.
Όμως, η δανειακή σύμβαση δεν συνιστά απειλή μόνο με το τι προβλέπει, αλλά και με το νομικό προηγούμενο που δημιουργεί. Από τη στιγμή που στη διεθνή πρακτική ισχύει η αρχή της ισότιμης μεταχείρισης των δανειστών (pari passu), οι ρήτρες και οι προβλέψεις της δανειακής σύμβασης μπορούν να χρησιμοποιηθούν από οποιονδήποτε δανειστή της χώρας στο μέλλον. Η χώρα με το καθεστώς του μνημονίου και κυρίως της δανειακής σύμβασης είναι πλέον ανοχύρωτη απέναντι σε κάθε επιδίωξη των δανειστών της.

Τι πρέπει να γίνει;

Μήπως πρέπει να προχωρήσουμε σε αναδιάρθρωση του χρέους, όπως προτείνουν πολλοί; Τι σημαίνει όμως αναδιάρθρωση του χρέους; Με απλά λόγια σημαίνει έκδοση νέων ομολόγων που θα αντικαταστήσουν τα παλιά, είτε με «κουρεμένη» αξία, δηλαδή με μειωμένη την παλιότερη ονομαστική τους αξία, είτε με επιμήκυνση της χρονικής διάρκειας εξόφλησής τους. Αυτό φυσικά προϋποθέτει πριν απ’ όλα διαπραγμάτευση και συμφωνία με τους κατόχους ομολόγων. Πράγμα που απαιτεί επιτόκια, αποζημιώσεις και εγγυήσεις ικανές να πείσουν ακόμη και τους πιο κερδοσκόπους από τους ομολογιούχους του ελληνικού χρέους ότι τους συμφέρει μια τέτοια διευθέτηση.
Ορισμένοι λένε ότι αρκεί να τους απειλήσει η χώρα ότι θα χάσουν τα λεφτά τους για να τους καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να πετύχει ένα καλό για την ίδια αποτέλεσμα. Καταρχήν όσο η χώρα βρίσκεται υπό καθεστώς ευρώ, ΟΝΕ και ΕΕ είναι απίθανο να της επιτραπεί οποιαδήποτε μονομερής διαπραγμάτευση. Μην ξεχνάμε ότι η ΕΕ είναι αυτή που μας οδήγησε στο ΔΝΤ και μας επέβαλε το καθεστώς του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης, ακριβώς γιατί δεν ήθελε η χώρα να έχει οποιαδήποτε διαπραγματευτική ισχύ.
Γίνεται σήμερα διαπραγμάτευση των ελληνικών ομολόγων; Ναι. Στο παρασκήνιο και με πρωταγωνιστές το ΔΝΤ, την Κομισιόν και την ΕΚΤ. Η Ελλάδα έχει βρεθεί εγκλωβισμένη σε μια διαπραγμάτευση για το χρέος της που γίνεται ερήμην της και σε βάρος της. Το όλο ζήτημα είναι πότε, με ποιόν τρόπο και προς όφελος ποιού θα προχωρήσει η διαδικασία της ελεγχόμενης πτώχευσης για τη χώρα.
Όταν λοιπόν εμφανίζονται σήμερα ορισμένοι και προτείνουν αναδιάρθρωση του χρέους με «κούρεμα» 20%, 30% ή και 50% επί της ονομαστικής αξίας των ελληνικών ομολόγων, η πρόταση αυτή μπορεί να φαντάζει στον αφελή ως σημαντική μείωση του χρέους. Στην πραγματικότητα όμως κρύβει την προσπάθεια αφενός να αποζημιωθούν οι κάτοχοι των ομολόγων του ελληνικού χρέους για τις ζημιές που έχουν ήδη υποστεί λόγω της κρίσης. Και αφετέρου να τους εξασφαλίσει νέες καλύτερες αποδόσεις.
Οι προτάσεις αναδιάρθρωσης του χρέους δουλεύουν πάντα υπέρ του δανειστή, του κερδοσκόπου, του τοκογλύφου. Πρώτα και κύρια γιατί ισοδυναμούν με κήρυξη επίσημης πτώχευσης της χώρας. Και τι σημαίνει πτώχευση; Σημαίνει παράδοση άνευ όρων στους δανειστές. Αυτός είναι και ο λόγος που όσοι διεθνείς αναλυτές προτείνουν αναδιάρθρωση χρέους με «κούρεμα» μιλούν κατ’ ουσία για «συντεταγμένη πτώχευση». Τι είναι η «συντεταγμένη πτώχευση». Είναι μια πτώχευση που γίνεται όχι μονομερώς από την ίδια τη χώρα-οφειλέτη, αλλά σε συμφωνία με τους δανειστές της και υπό καθεστώς διεθνούς επιτήρησης και κηδεμονίας.
Επομένως, όσοι προτείνουν αναδιάρθρωση του χρέους με «κούρεμα» ή χωρίς ως εναλλακτική λύση απέναντι στο μνημόνιο, στην ουσία ζητούν να επιταχυνθούν οι διαδικασίες επίσημης πτώχευσης της χώρας υπό καθεστώς κατοχής και δήμευσης. Ιδίως αν αυτή συμβεί εντός της ευρωζώνης.
Μια ριζικά διαφορετική πολιτική που ξεκινά στη βάση των αληθινών συμφερόντων του λαού και της χώρας οφείλει να ξεκαθαρίζει ευθύς εξαρχής τα στοιχειώδη: Το χρέος δεν το δημιούργησε ο λαός, ούτε χρηματοδότησε την ανάπτυξη της χώρας. Πρόκειται για προϊόν ρεμούλας, κερδοσκοπίας και λεηλασίας της χώρας. Γιατί λοιπόν θα πρέπει ο ελληνικός λαός να το αναγνωρίσει και να το πληρώσει;
Το αίτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους δεν είναι ένα επαναστατικό μέτρο, αλλά ένα βαθύτατα λαϊκό και δημοκρατικό μέτρο που απαντά όχι μόνο στην αδυναμία της αποπληρωμής του σημερινού δημόσιου χρέους της χώρας, αλλά και στον χαρακτήρα αυτού του χρέους. Δηλαδή στο γεγονός ότι αποτελεί το προϊόν της οργανικής διαπλοκής ανάμεσα σε ένα διεφθαρμένο, διάτρητο, σάπιο πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης και σε διεθνείς κερδοσκόπους και τοκογλύφους.
Αυτός είναι ο λόγος που το κεντρικό ζήτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους δεν είναι η παύση πληρωμών και η διαπραγμάτευση ή μη, η μερική ή ολική διαγραφή του χρέους, αλλά η μη αναγνώριση του χρέους και των υποχρεώσεών του από τον λαό, ως χρέος "απεχθές", ως μοχλός κατάλυσης της κυριαρχίας της χώρας και του λαού. Πρόκειται για την μόνη καθαρή, έντιμη, δημοκρατική και εθνικά συμφέρουσα απάντηση στο καθεστώς του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης.

Το δημόσιο χρέος και το καθεστώς υποδούλωσης της Ελλάδας
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Hellenic NEXUS, τ. 45, Οκτώβριος 2010

Του Δημήτρη Καζάκη, οικονομολόγου - αναλυτή
 Το δημόσιο χρέος και το καθεστώς υποδούλωσης της Ελλάδας

Δεν υπάρχουν σχόλια: